1. Dictionary
  2. μυριάς

μυριάς

Word
μυριάς, -άδος, ἡ (murias)
Gloss
  • ten thousand
  • myriad
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3461
Word Frequency
  • Nestle 1904: 8
  • Byzantine NT: 9

Noun Forms

Singular
μυριάς
της
τῃ
την
Plural
αἱ μυριάδες
των μυριάδων
ταις μυριάσιν
τας μυριάδας