1. Dictionary
  2. μυστήριον

μυστήριον

Word
μυστήριον, -ου, τό (mustērion)
Gloss
  • secret
  • mystery
  • anything hidden
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3466
Word Frequency
  • Nestle 1904: 27
  • Byzantine NT: 27

Noun Forms

Singular
το μυστήριον
του μυστηρίου
τῳ μυστηρίῳ
το μυστήριον
Plural
τα μυστήριοι
του μυστηρίων
τῳ μυστήριοις
τα μυστήρια

Usage in Biblical Text