1. Dictionary
  2. μ
  3. μωρία

Search Bible Vocabulary

μωρία

μωρια
τηςμωριας
τῃμωρίᾳ
τηνμωρίαν
αἱμωρίαι
τωνμωρίων
ταιςμωρίαις
ταςμωρίας