1. Dictionary
  2. μωραίνω

μωραίνω

Word
μωραίνω (mōrainō)
Gloss
  • make foolish
  • make tasteless
  • taint
  • make useless
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3471
Word Frequency
  • Nestle 1904: 4
  • Byzantine NT: 4

Verb Forms

Aorist
Active
εμωραίνσα
εμωραίνσας
ἐμώρανεν
εμωραίνσαμεν
εμωραίνσατε
εμωραίνσαν
Future
Passive
μωραίνθησομαι
μωραίνθησῃ
μωρανθήσεται
μωραίνθησομεθα
μωραίνθησεσθε
μωραίνθησονται
Aorist
Passive
ἐμωράνθην
εμωραίνσας
ἐμωράνθη
εμωραίνσαμεν
εμωραίνσατε
ἐμωράνθησαν
Subjunctive
Aorist
μωρανθῇς
μωρανθῇ