1. Dictionary
  2. μωρολογία

μωρολογία

Word
μωρολογία, -ας, ἡ (mōrologia)
Gloss
  • foolish or silly talk
  • foolish talking
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3473
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
μωρολογία
της μωρολογίας
τῃ μωρολογίᾳ
την μωρολογίαν

Usage in Biblical Text