1. Dictionary
  2. μ
  3. μωρολογία

Search Bible Vocabulary

μωρολογία

μωρολογια
τηςμωρολογίας
τῃμωρολογίᾳ
τηνμωρολογίαν
αἱμωρολογίαι
τωνμωρολογίων
ταιςμωρολογίαις
ταςμωρολογίας