1. Dictionary
  2. μωρός

μωρός

Word
μωρός, -ά, -όν (mōros)
Gloss
  • foolish
  • stupid
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3474
Word Frequency
  • Nestle 1904: 12
  • Byzantine NT: 13

Adjective Forms

Masculine
μωρός
μωροῦ
μωρῷ
μωρόν
μωροί
μωρῶν
μωροις
μωρους
Feminine
μωρα
μωρας
μωρᾳ
μωραν
μωραί
μωρων
μωραις
μωράς
Neuter
μωρόν
μωρου
μωρῳ
μωρον
μωρα
μωρων
μωροις
μωρά