1. Dictionary
  2. μόδιος

μόδιος

Word
μόδιος, -ου, ὁ (modios)
Gloss
  • (dry) measure
  • dry measure
  • nearly two English gallons
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3426
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
μόδιος
του μόδιου
τῳ μόδιῳ
τον μόδιον