1. Dictionary
  2. μ
  3. μόνος

Search Bible Vocabulary

μόνος

MasculineFeminineNeuter
μονοςμονωτάτημόνον
μονουμόνηςμόνου
μόνῳμόνῃμόνῳ
μονονμονήνμονώτατον
μονοιμόναιμόνα
μόνωνμόνωνμόνων
μονοιςμόναιςμόνοις
μονουςμόναςμονα