1. Dictionary
  2. μόνος

μόνος

Word
μόνος, -η, -ον (monos)
Gloss
  • only
  • alone
  • solitary
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3441
Word Frequency
  • Nestle 1904: 114
  • Byzantine NT: 45

Adjective Forms

Masculine
μόνος
μόνου
μόνῳ
μόνον
μόνοι
μόνων
μόνοις
μόνους
Feminine
μονωτάτη
μόνης
μόνῃ
μονήν
μόναι
μόνων
μόναις
μόνας
Neuter
μόνον
μόνου
μόνῳ
μονώτατον
μόνα
μόνων
μόνοις
μόνα

Usage in Biblical Text