1. Dictionary
  2. μ
  3. μόσχος

Search Bible Vocabulary

μόσχος

μόσχος
τουμόσχου
τῳμόσχῳ
τονμοσχον
οἱμόσχοι
τωνμοσχων
τοιςμόσχοις
τουςμόσχους