1. Dictionary
  2. μόσχος

μόσχος

Word
μόσχος, -ου, ὁ (moschos)
Gloss
  • calf
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3448
Word Frequency
  • Nestle 1904: 6
  • Byzantine NT: 6

Noun Forms

Singular
μόσχος
του μόσχου
τῳ μόσχῳ
τον μόσχον
Plural
οἱ μόσχοι
των μόσχων
τοις μόσχοις
τους μόσχους