1. Dictionary
  2. μόχθος

μόχθος

Word
μόχθος, -ου, ὁ (mochthos)
Gloss
  • toil
  • hardship
  • labor
  • wearisome labor
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3449
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
μόχθος
του μόχθου
τῳ μόχθῳ
τον μόχθον
Plural
οἱ μόχθοι
των μόχθων
τοις μόχθοις
τους μόχθους