1. Dictionary
  2. μύλινος

μύλινος

Word
μύλινος, -η, -ον (mulinos)
Gloss
  • belonging to a mill
  • millstone
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1

Adjective Forms

Masculine
μύλινος
μύλινου
μύλινῳ
μύλινον
μύλινοι
μύλινων
μύλινοις
μύλινους