1. Dictionary
  2. μύριοι

μύριοι

Word
μύριοι, -αι, -α (murioi)
Gloss
  • ten thousand
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3

Adjective Forms

Masculine
μύριος
μύριου
μύριῳ
μύριον
μύριοι
μυρίων
μυρίοις
μυρίους
Feminine
μύρια
μύριας
μύριᾳ
μύριαν
μύριαι
μύριων
μύριαις
μυρίας
Neuter
μύριον
μύριου
μύριῳ
μύριον
μύρια
μυρίων
μύριοις
μύρια