1. Dictionary
  2. μύρον

μύρον

Word
μύρον, -ου, τό (muron)
Gloss
  • ointment
  • perfume
  • anointing oil
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3464
Word Frequency
  • Nestle 1904: 14
  • Byzantine NT: 14

Noun Forms

Singular
το μύρον
του μύρου
τῳ μύρῳ
το μύρον
Plural
τα μύροι
του μύρων
τῳ μύροις
τα μύρα