1. Dictionary
  2. μῆκος

μῆκος

Word
μῆκος, -ους, τό (mēkos)
Gloss
  • length
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3372
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
το μῆκος
του μήκους
τῳ μήκει
το μῆκος