1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νάρδος

νάρδος

Word
νάρδος, -ου, ἡ (nardos)
Gloss
  • spikenard
  • oil of nard
  • perfume
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3487
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
νάρ·δος nar·dos

Noun Forms

Singular
νάρδος
τῆς νάρδου
τῃ ναρδω
τήν ναρδον
Plural
αἱ ναρδοι
τῶν νάρδων
ταῖς ναρδοις
τάς ναρδους