1. Dictionary
  2. ναός

ναός

Word
ναός, -οῦ, ὁ (naos)
Gloss
  • temple
  • shrine
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3485
Word Frequency
  • Byzantine NT: 46
  • Nestle 1904: 45

Noun Forms

Singular
ναός
του ναοῦ
τῳ ναῷ
τον ναόν
Plural
οἱ ναοι
των ναων
τοις ναοῖς
τους ναούς

Usage in Biblical Text