1. Dictionary
  2. ν
  3. νεωτερικός

Search Bible Vocabulary

νεωτερικός

MasculineFeminineNeuter
νεωτερικοςνεωτερικανεωτερικον
νεωτερικουνεωτερικῆςνεωτερικου
νεωτερικῳνεωτερικᾳνεωτερικῳ
νεωτερικοννεωτερικαννεωτερικον
νεωτερικοινεωτερικαινεωτερικα
νεωτερικωννεωτερικωννεωτερικων
νεωτερικοιςνεωτερικαιςνεωτερικοις
νεωτερικουςνεωτερικὰςνεωτερικα