1. Dictionary
  2. ν
  3. νηπιάζω

Search Bible Vocabulary

νηπιάζω

Present
νηπιάζω
νηπιάζεις
νηπιάζει
νηπιάζομεν
νηπιάζετε
νηπιάζουσιν
Future
νηπιάσω
νηπιάσεις
νηπιάσει
νηπιάσομεν
νηπιάσετε
νηπιάσουσιν
Aorist
ενηπιάσα
ενηπιάσας
ενηπιάσεν
ενηπιάσαμεν
ενηπιάσατε
ενηπιάσαν
Imperfect
ενηπιάζον
ενηπιάζες
ενηπιάζεν
ενηπιάζομεν
ενηπιάζετε
ενηπιάζον