1. Dictionary
  2. ν
  3. νηστεία

Search Bible Vocabulary

νηστεία

νηστεία
τηςνηστείας
τῃνηστείᾳ
τηννηστείαν
αἱνηστείαι
τωννηστειῶν
ταιςνηστείαις
ταςνηστείας