1. Dictionary
  2. ν
  3. νηφάλιος

Search Bible Vocabulary

νηφάλιος

MasculineFeminineNeuter
νηφάλιοςνηφάλιανηφάλιον
νηφάλιουνηφάλιαςνηφάλιου
νηφάλιῳνηφάλιᾳνηφάλιῳ
νηφάλιοννηφάλιαννηφάλιον
νηφάλιοινηφάλιαινηφάλια
νηφάλιωννηφάλιωννηφάλιων
νηφάλιοιςνηφάλιαιςνηφάλιοις
νηφάλιουςνηφάλιαςνηφάλια