1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νομικός

νομικός

Word
νομικός, -ή, -όν (nomikos)
Gloss
  • pertaining to the law
  • one skilled in the Mosaic law
  • lawyer
  • about law
  • one learned in the Law
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3544
Word Frequency
  • Byzantine NT: 9
  • Nestle 1904: 9
Syllables
νο·μι·κός no·mi·kos

Adjective Forms

Masculine
νομικός
νομικου
νομικω
νομικόν
νομικοί
νομικῶν
νομικοῖς
νομικούς
Feminine
νομικα
νομικας
νομικα
νομικαν
νομικαι
νομικων
νομικαις
νομικάς