1. Dictionary
  2. ν
  3. νομικός

Search Bible Vocabulary

νομικός

MasculineFeminineNeuter
νομικοςνομικανομικον
νομικουνομικαςνομικου
νομικῳνομικᾳνομικῳ
νομικὸννομικαννομικον
νομικοὶνομικαινομικα
νομικῶννομικωννομικων
νομικοῖςνομικαιςνομικοις
νομικοὺςνομικὰςνομικα