1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νομοδιδάσκαλος

νομοδιδάσκαλος

Word
νομοδιδάσκαλος, -ου, ὁ (nomodidaskalos)
Gloss
  • teacher of the law
  • teacher and interpreter of the Mosaic Law
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3547
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3
Syllables
νο·μο·δι·δά·σκα·λος no·mo·di·da·ska·los

Noun Forms

Singular
νομοδιδάσκαλος
τοῦ νομοδιδασκαλου
τῷ νομοδιδασκαλω
τόν νομοδιδασκαλον
Plural
οἱ νομοδιδάσκαλοι
τῶν νομοδιδασκαλων
τοῖς νομοδιδασκαλοις
τούς νομοδιδασκαλους