1. Dictionary
  2. ν
  3. νοσσίον

Search Bible Vocabulary

νοσσίον

τονοσσίον
τουνοσσίου
τῳνοσσίῳ
τονοσσίον
τανοσσίοι
τουνοσσίων
τῳνοσσίοις
τανοσσία