1. Dictionary
  2. ν
  3. νοσσός

Search Bible Vocabulary

νοσσός

νοσσός
τουνοσσου
τῳνοσσῳ
τοννοσσον
οἱνοσσοι
τωννοσσων
τοιςνοσσοις
τουςνοσσους