1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νοσφίζομαι

νοσφίζομαι

Word
νοσφίζομαι (nosphizomai)
Gloss
  • keep back
Part of Speech
Verb
Syllables
νο·σφί·ζο·μαι no·sphi·zo·mai

Verb Forms

Aorist
Active
ενοσφισα
ενοσφισας
ενοσφισεν
ενοσφισαμεν
ενοσφισατε
ἐνοσφίσαντο