1. Dictionary
  2. ν
  3. νουθεσία

Search Bible Vocabulary

νουθεσία

νουθεσία
τηςνουθεσίας
τῃνουθεσίᾳ
τηννουθεσίαν
αἱνουθεσίαι
τωννουθεσίων
ταιςνουθεσίαις
ταςνουθεσίας