1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νουθεσία

νουθεσία

Word
νουθεσία, -ας, ἡ (nouthesia)
Gloss
  • admonition
  • instruction
  • warning
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3559
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3
Syllables
νου·θε·σί·α nou·the·si·a

Noun Forms

Singular
νουθεσία
τῆς νουθεσιας
τῃ νουθεσίᾳ
τήν νουθεσίαν