1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νουμηνία

νουμηνία

Word
νουμηνία, -ας, ἡ (noumēnia)
Gloss
  • new moon as a festival
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3561
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
Syllables
νου·μη·νί·α nou·mē·ni·a

Noun Forms

Singular
νεομηνία
τῆς νουμηνίας
τῃ νεομηνίᾳ
τήν νουμηνιαν
Plural
αἱ νουμηνιαι
τῶν νουμηνιῶν
ταῖς νεομηνίαις
τάς νεομηνίας

Usage in Biblical Text