1. Dictionary
  2. ν
  3. νουμηνία

Search Bible Vocabulary

νουμηνία

νεομηνία
τηςνουμηνίας
τῃνεομηνίᾳ
τηννουμηνίαν
αἱνουμηνίαι
τωννουμηνιῶν
ταιςνεομηνίαις
ταςνεομηνίας