1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νόημα

νόημα

Word
νόημα, -τος, τό (noēma)
Gloss
  • thought
  • mind
  • purpose
  • design
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3540
Word Frequency
  • Byzantine NT: 6
  • Nestle 1904: 6
Syllables
νό·η·μα no·ē·ma

Noun Forms

Singular
τό νόημα
τοῦ νοηματος
τῳ νοηματι
τό νόημα
Plural
τά νοήματα
τῶν νοημάτων
τοῖς νοημασιν
τά νοήματα