1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νόμισμα

νόμισμα

Word
νόμισμα, -τος, τό (nomisma)
Gloss
  • coin
  • money
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3546
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
νό·μι·σμα no·mi·sma

Noun Forms

Singular
τό νόμισμα
τοῦ νομισματος
τῳ νομισματι
τό νόμισμα

Usage in Biblical Text