1. Dictionary
  2. ν
  3. νόμισμα

Search Bible Vocabulary

νόμισμα

τονόμισμα
τουνόμισματος
τῳνόμισματι
τονομισμα
τανόμισματα
τουνόμισματων
τῳνόμισμασιν
τανόμισματα