1. Home
  2. Dictionary
  3. ν
  4. νόσημα

νόσημα

Word
νόσημα, -ατος, τό (nosēma)
Gloss
  • trouble
  • disease
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3553
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
νό·ση·μα no·sē·ma

Noun Forms

Singular
τό νόσημα
τοῦ νοσημαος
τῳ νοσήματι
τό νοσημα

Usage in Biblical Text