1. Dictionary
  2. ξ
  3. ξένος

Search Bible Vocabulary

ξένος

MasculineFeminineNeuter
ξένοςξένηξένον
ξένουξένηςξενου
ξένῳξένῃξένῳ
ξένονξένηνξένον
ξένοιξέναιξένα
ξένωνξένωνξένων
ξένοιςξεναιςξένοις
ξένουςξέναςξένα