1. Home
  2. Dictionary
  3. ξ
  4. ξένος

ξένος

Word
ξένος, -η, -ον (xenos)
Gloss
  • strange
  • stranger
  • host (as a noun)
  • new
  • novel
  • foreigner
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3581
Word Frequency
  • Nestle 1904: 14
  • Byzantine NT: 14
Syllables
ξέ·νος xe·nos

Adjective Forms

Masculine
ξένος
ξενου
ξένῳ
ξένον
ξένοι
ξένων
ξένοις
ξένους
Feminine
ξένη
ξένης
ξένῃ
ξένην
ξεναι
ξενων
ξέναις
ξένας
Neuter
ξενον
ξένου
ξενω
ξενον
ξενα
ξένων
ξενοις
ξενα