1. Home
  2. Dictionary
  3. ξ
  4. ξενίζω

ξενίζω

Word
ξενίζω (xenizō)
Gloss
  • entertain (a stranger)
  • startle
  • bewilder
  • entertain a stranger
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3579
Word Frequency
  • Nestle 1904: 10
  • Byzantine NT: 10
Syllables
ξε·νί·ζω xe·ni·zō

Verb Forms

Present
Active
ξενίζω
ξενιζεις
ξενιζει
ξενιζομεν
ξενιζετε
ξενιζουσιν
Future
Active
ξενισω
ξενιεῖς
ξενισει
ξενισομεν
ξενισετε
ξενισουσιν
Aorist
Active
εξενισα
εξενισας
ἐξένισεν
εξενισαμεν
εξενισατε
εξενισαν
Present
Middle/Passive
ξενιζομαι
ξενιζη
ξενίζεται
ξενιζομεθα
ξενιζεσθε
ξενίζονται
Subjunctive
Aorist
ξενισθῶμεν
Imperative
Present
ξενιζεσθε