1. Dictionary
  2. ξ
  3. ξηρός

Search Bible Vocabulary

ξηρός

MasculineFeminineNeuter
ξηρὸςξηράξηρόν
ξηροῦξηρᾶςξηρου
ξηρῳξηρᾳξηρῷ
ξηρονξηράνξηρόν
ξηροιξηραιξηρά
ξηρῶνξηρωνξηρων
ξηροιςξηραιςξηροις
ξηρούςἐξῆραςξηρά