1. Home
  2. Dictionary
  3. ξ
  4. ξύλινος

ξύλινος

Word
ξύλινος, -η, -ον (xulinos)
Gloss
  • wooden
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
ξύ·λι·νος xu·li·nos
Strongs Number
  • 3585

Adjective Forms

Masculine
ξύλινος
ξυλίνου
ξύλινῳ
ξύλινον
ξύλινοι
ξυλίνων
ξυλίνοις
ξυλίνους
Feminine
ξυλίνη
ξύλινης
ξύλινῃ
ξυλίνην
ξύλιναι
ξύλινων
ξύλιναις
ξύλινας
Neuter
ξύλινον
ξυλίνου
ξυλίνῳ
ξύλινον
ξύλινα
ξύλινων
ξύλινοις
ξύλινα

Usage in Biblical Text