1. Dictionary
  2. ο
  3. οἰκιακός

Search Bible Vocabulary

οἰκιακός

οἰκιακός
τουοἰκιακου
τῳοἰκιακῳ
τονοἰκιακον
οἱοἰκιακοι
τωνοἰκιακων
τοιςοἰκιακοις
τουςοἰκιακους