1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. οἰκοδομή

οἰκοδομή

Word
οἰκοδομή, -ῆς, ἡ (oikodomē)
Gloss
  • building
  • edification
  • act of building
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3619
Word Frequency
  • Byzantine NT: 18
  • Nestle 1904: 18
Syllables
οἰ·κο·δο·μή oi·ko·do·mē

Noun Forms

Singular
οἰκοδομή
τῆς οἰκοδομῆς
τῃ οἰκοδομῇ
τήν οἰκοδομήν
Plural
αἱ οἰκοδομαί
τῶν οικοδομων
ταῖς οικοδομαις
τάς οἰκοδομάς

Usage in Biblical Text