1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. οἰκονομέω

οἰκονομέω

Word
οἰκονομέω (oikonomeō)
Gloss
  • manage
  • administer
  • be a steward
  • am a steward
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3621
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
οἰ·κο·νο·μέ·ω oi·ko·no·me·ō

Verb Forms

Present
Active
οἰκονομῶ
οικονομεις
οικονομει
οικονομουμεν
οικονομειτε
οικονομουσιν
Future
Active
οικονομησω
οικονομησεις
οἰκονομήσει
οικονομησομεν
οικονομησετε
οικονομησουσιν
Infinitive
Present
οἰκονομεῖν

Usage in Biblical Text