1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. οἰκονόμος

οἰκονόμος

Word
οἰκονόμος, -ου, ὁ (oikonomos)
Gloss
  • manager
  • steward
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3623
Word Frequency
  • Nestle 1904: 10
  • Byzantine NT: 10

Noun Forms

Singular
οἰκονόμος
τοῦ οἰκονόμου
τῳ οικονομω
τόν οἰκονόμον
Plural
οἱ οἰκονόμοι
τῶν οικονομων
τοῖς οἰκονόμοις
τούς οἰκονόμους