1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. οἰκτιρμός

οἰκτιρμός

Word
οἰκτιρμός, -οῦ, ὁ (oiktirmos)
Gloss
  • compassion
  • pity
  • mercy
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 5
  • Nestle 1904: 5
Syllables
οἰ·κτιρ·μός oi·ktir·mos
Strongs Number
  • 3628

Noun Forms

Singular
οἰκτιρμός
τοῦ οἰκτιρμοῦ
τῷ οἰκτιρμῷ
τόν οἰκτιρμόν
Plural
οἱ οἰκτιρμοί
τῶν οἰκτίρμων
τοῖς οἰκτιρμοῖς
τούς οἰκτιρμούς