1. Dictionary
  2. ο
  3. οἰκτιρμός

Search Bible Vocabulary

οἰκτιρμός

οἰκτιρμὸς
τουοἰκτιρμοῦ
τῳοἰκτιρμῷ
τονοἰκτιρμόν
οἱοἰκτιρμοί
τωνοἰκτίρμων
τοιςοἰκτιρμοῖς
τουςοἰκτιρμούς