1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. οἰνοφλυγία

οἰνοφλυγία

Word
οἰνοφλυγία, -ας, ἡ (oinophlugia)
Gloss
  • drunkenness
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3632
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
οἰ·νο·φλυ·γί·α oi·no·phlu·gi·a

Noun Forms

Singular
οἰνοφλυγία
τῆς οινοφλυγιας
τῃ οινοφλυγια
τήν οινοφλυγιαν
Plural
αἱ οινοφλυγιαι
τῶν οινοφλυγιων
ταῖς οἰνοφλυγίαις
τάς οινοφλυγιας

Usage in Biblical Text