1. Dictionary
  2. ο
  3. οἰνοφλυγία

Search Bible Vocabulary

οἰνοφλυγία

οἰνοφλυγία
τηςοἰνοφλυγίας
τῃοἰνοφλυγίᾳ
τηνοἰνοφλυγίαν
αἱοἰνοφλυγίαι
τωνοἰνοφλυγίων
ταιςοἰνοφλυγίαις
ταςοἰνοφλυγίας