1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. πάθημα

πάθημα

Word
πάθημα, -τος, τό (pathēma)
Gloss
  • suffering
  • passion
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3804
Word Frequency
  • Nestle 1904: 16
  • Byzantine NT: 16
Syllables
πά·θη·μα
pa·thē·ma

Noun Forms

Singular
τό πάθημα
τοῦ παθηματος
τῳ παθηματι
τό πάθημα
Plural
τά παθήματα
τῶν παθημάτων
τοῖς παθήμασιν
τά παθήματα

Usage in Biblical Text