1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. πανοῦργος

πανοῦργος

Word
πανοῦργος, -ον (panourgos)
Gloss
  • clever
  • crafty
  • sly
  • cunning
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3835
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·νοῦρ·γος
pa·nour·gos

Adjective Forms

Masculine
πανοῦργος
πανουργου
πανουργω
πανουργον
πανοῦργοι
πανούργων
πανουργοις
πανουργους
Feminine
πανουργος
πανουργου
πανουργω
πανοῦργον
πανουργοι
πανουργων
πανουργοις
πανουργους

Usage in Biblical Text