1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παράβασις

παράβασις

Word
παράβασις, -εως, ἡ (parabasis)
Gloss
  • going aside
  • transgression
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3847
Word Frequency
  • Nestle 1904: 7
  • Byzantine NT: 7
Syllables
πα·ρά·βα·σις
pa·ra·ba·sis

Noun Forms

Singular
παράβασις
τῆς παραβάσεως
τῃ παραβάσει
τήν παράβασιν
Plural
αἱ
τῶν παραβάσεων
ταῖς
τάς παραβάσεις