1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παράδεισος

παράδεισος

Word
παράδεισος, -ου, ὁ (paradeisos)
Gloss
  • paradise
  • Paradise
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3857
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3
Syllables
πα·ρά·δει·σος
pa·ra·dei·sos

Noun Forms

Singular
παράδεισος
τοῦ παραδείσου
τῳ παραδείσῳ
τόν παράδεισον
Plural
οἱ παράδεισοι
τῶν παραδεισων
τοῖς παραδεισοις
τούς παραδείσους