1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παράδοξος

παράδοξος

Word
παράδοξος, -ον (paradoxos)
Gloss
  • strange
  • wonderful
  • remarkable
  • unexpected
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3861
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
πα·ρά·δο·ξος
pa·ra·do·xos

Adjective Forms

Masculine
παραδοξος
παραδοξου
παραδόξῳ
παράδοξον
παραδοξοι
παραδοξων
παραδοξοις
παραδοξους
Feminine
παραδοξος
παραδοξου
παραδοξω
παράδοξον
παραδοξοι
παραδοξων
παραδοξοις
παραδοξους
Neuter
παραδοξότατον
παραδοξου
παραδοξω
παράδοξον
παράδοξα
παραδοξων
παραδοξοις
παράδοξα

Usage in Biblical Text