1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παράδοσις

παράδοσις

Word
παράδοσις, -εως, ἡ (paradosis)
Gloss
  • tradition
  • instruction
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3862
Word Frequency
  • Nestle 1904: 13
  • Byzantine NT: 13
Syllables
πα·ρά·δο·σις
pa·ra·do·sis

Noun Forms

Singular
παραδοσις
τῆς
τῃ παραδόσει
τήν παράδοσιν
Plural
αἱ
τῶν παραδόσεων
ταῖς
τάς παραδόσεις