1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παράκλητος

παράκλητος

Word
παράκλητος, -ου, ὁ (paraklētos)
Gloss
  • helper
  • advocate
  • comforter
  • Paraclete
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3875
Word Frequency
  • Nestle 1904: 5
  • Byzantine NT: 5
Syllables
πα·ρά·κλη·τος
pa·ra·klē·tos

Noun Forms

Singular
παράκλητος
τοῦ παρακλητου
τῳ παρακλητω
τόν παράκλητον