1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παράλιος

παράλιος

Word
παράλιος, -ου, ἡ (paralios)
Gloss
  • coastal
  • on the coast
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3882
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ρά·λι·ος
pa·ra·li·os

Noun Forms

Singular
παράλιος
τῆς παραλίου
τῃ παραλίᾳ
τήν παραλίαν
Plural
αἱ παραλιοι
τῶν παραλιων
ταῖς παραλιοις
τάς παραλίους

Usage in Biblical Text