1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παράπτωμα

παράπτωμα

Word
παράπτωμα, -τος, τό (paraptōma)
Gloss
  • trespass
  • falling away
  • sin
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3900
Word Frequency
  • Nestle 1904: 19
  • Byzantine NT: 23
Syllables
πα·ρά·πτω·μα
pa·ra·ptō·ma

Noun Forms

Singular
τό παράπτωμα
τοῦ παραπτώματος
τῳ παραπτώματι
τό παράπτωμα
Plural
τά παραπτώματα
τῶν παραπτωμάτων
τοῖς παραπτώμασιν
τά παραπτώματα

Usage in Biblical Text