1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παράσημος

παράσημος

Word
παράσημος, -ον (parasēmos)
Gloss
  • peculiar
  • marked (with a figurehead)
  • marked with
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3902
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ρά·ση·μος
pa·ra·sē·mos

Adjective Forms

Neuter
παρασημον
παρασημου
παρασήμῳ
παρασημον
παρασημα
παρασημων
παρασημοις
παρασημα

Usage in Biblical Text